Τρία βιβλία για την Παλαιστίνη
Μια ματιά σε τρεις σημαντικές λογοτεχνικές φωνές από την Παλαιστίνη, τη στιγμή που η στρατηγική της γενοκτονίας που έχει θέσει σε εφαρμογή το Ισραήλ προσπαθεί να εξαλείψει τους Παλαιστίνιους αλλά και οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει την ύπαρξή τους.
Γασάν Καναφάνι «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών», μετάφραση: Νασίμ Αλάτρας, εκδόσεις Σάλτο, 2025,σελ. 288,17€
Ο Γασάν Καναφάνι θεωρείται κεντρικό σημείο αναφοράς στην παλαιστινιακή λογοτεχνία και χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της «λογοτεχνίας της αντίστασης» – τον όρο άλλωστε τον χρησιμοποιεί και ο ίδιος ο συγγραφέας στα βιβλία του. Ο Καναφάνι γεννήθηκε το 1936 αλλά, μετά το 1948, και η δική του οικογένεια ήταν ανάμεσα στις χιλιάδες που εκδιώχθηκαν από τον τόπο τους, και ο συγγραφέας έζησε πολλά χρόνια ως πρόσφυγας σε διάφορες χώρες. Στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού γνωρίστηκε με τον Ζορζ Χαμπάς, μετέπειτα ηγέτη του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Το 1969 ίδρυσε και ανέλαβε διευθυντής του περιοδικού του Λαϊκού Μετώπου, ενώ η πολιτική του δράση ήταν πλούσια, όπως και η συγγραφική του δουλειά. «Η πεζογραφία του Καναφάνι είναι μια μορφή αντίστασης», έλεγε γι’ αυτόν ο Έντουαρντ Σαΐντ.
Ο Γασάν Καναφάνι δολοφονήθηκε το 1972 στη Βηρυτό, σε τρομοκρατική επίθεση που πραγματοποίησε η Μοσάντ, που παγίδευσε με εκρηκτικά το αυτοκίνητό του, στο οποίο επέβαινε και η 17χρονη ανιψιά του, η οποία επίσης σκοτώθηκε.
Στον Γασάν Καναφάνι, και συγκεκριμένα στο άλλο λογοτεχνικό βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά («Άνθρωποι στον ήλιο», μτφ. Νασίμ Αλάτρας, εκδ. Καστανιώτη), έχει αναφερθεί και παλιότερα η εφημερίδα (Η εποχή, 6 Απριλίου 2024). Σε αυτόν τον τόμο που εκδόθηκε πρόσφατα, με τίτλο «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών», περιέχονται είκοσι από τα 64 διηγήματα που έχει γράψει ο Καναφάνι, και μάλιστα είναι χρονολογικά τα πρώτα που έγραψε, καλύπτοντας την περίοδο από 1956 έως 1962. Πέρα από τα διηγήματα, ο συγγραφέας έγραψε επιπλέον επτά νουβέλες, τρία θεατρικά καθώς και δοκίμια, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 16 γλώσσες, έχουν τιμηθεί με βραβεία και έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο.
Στον πρόλογο του βιβλίου, ο μεταφραστής του παρουσιάζει εκτενή στοιχεία για τη ζωή του Καναφάνι, εντάσσοντάς τον στο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής του, ενώ αναλύει και τα λογοτεχνικά στοιχεία που αποτυπώνουν την ιδιαιτερότητα του συγγραφέα, από τις αφηγηματικές καινοτομίες του μέχρι τις πρωτότυπες επιλογές του στη στίξη.
Η λογοτεχνία του Καναφάνι, μια λογοτεχνία με έντονα τα βιωματικά και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, είναι πολιτική λογοτεχνία. Στα διηγήματά του σκιαγραφείται όλη η ιστορία της Παλαιστίνης στη διάρκεια του 20ού αιώνα (από τότε που «βλέπαμε την Παλαιστίνη να πέφτει σπιθαμή προς σπιθαμή και να υποχωρούμε σπιθαμή προς σπιθαμή»), ενώ αντανακλώνται και άλλες κρίσιμες εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, όπως π.χ. τα γεγονότα του 1958 στο Ιράκ που ανέτρεψαν τη μοναρχία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι πρωταγωνιστές στις ιστορίες του Καναφάνι, ιστορίες που όσο κι αν κουβαλάνε τα σημάδια της εποχής τους (στη γλώσσα ή στο περιεχόμενο), διατηρούν ζωντανή και τη διαχρονικότητά τους, καθώς ανατέμνουν μια σύγκρουση που δεν ξεκίνησε προχθές αλλά έχει πίσω της πολύ βαριά ιστορία βίας, προσφυγιάς, αίματος.
Αυτή την ιστορία, και αυτή τη διάχυτη θλίψη που τη συνοδεύει, αντανακλούν ίσως τα λυπημένα λόγια του Παλαιστίνιου αγρότη στη Γιάφα, όταν οι Ισραηλινοί παίρνουν τους πορτοκαλεώνες από τους Παλαιστίνιους: «θα μαραθούν όταν αλλάξει το χέρι που τα ποτίζει»…
Λόφος Art Project παρουσίαση βιβλίου στις 27/9/2025, λινκ2, λινκ3
Μπάσιμ Χαντάκτζι «Μια μάσκα στο χρώμα του ουρανού», μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση, Βίκυ Μπούτρη, εκδόσεις Σάλτο, 2024, σελ. 208, 15€
Ο 42χρονος (γεννημένος το 1983 στη Ναμπλούς) Παλαιστίνιος συγγραφέας είναι κλεισμένος στις ισραηλινές φυλακές από το 2004: πάνω από είκοσι χρόνια.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, γραμμένο μέσα στην «αποικιοκρατική φυλακή Γκιλμπόα», τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Αραβικής Λογοτεχνίας για το 2024, το οποίο προφανώς ο συγγραφέας δεν μπορούσε να παραλάβει – το παρέλαβε τελικά ο εκδότης του.
Στο βιβλίο παρακολουθούμε την ιστορία του Νουρ, ενός νεαρού Παλαιστίνιου που ζει σε κάποιον προσφυγικό καταυλισμό στη Ραμάλα («Δεν έχει σημασία το όνομα του παλαιστινιακού προσφυγικού καταυλισμού, τουλάχιστον μέχρις ότου σημειωθεί εκεί κάποια σφαγή. […] Τότε μόνο αποκτά επωνυμία όπως Ταλ Αλ Ζατάρ ή Σάμπρα ή Σατίλα ή Τζενίν ή Αλ Σάτι»). Ο πατέρας του έχει απελευθερωθεί μετά από πολλά χρόνια που πέρασε στις ισραηλινές φυλακές, «έχοντας χάσει πια τον εαυτό του κι έχοντας καταπέσει εντελώς». Ο κολλητός του φίλος, ο Μουράντ, είναι επίσης στη φυλακή – στη «μικρή φυλακή», καθώς όλοι οι εκτός των κελιών ζουν απλώς στη «μεγάλη φυλακή», στην κατεχόμενη Παλαιστίνη.
Βρισκόμαστε στο 2021. Ο Νουρ, απόφοιτος αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ (όπου χρειάστηκε να δουλέψει σκληρά επί χρόνια για να μαζέψει τα δίδακτρα, ένα εξάμηνο σπούδαζε, ένα εξάμηνο δούλευε), κάνει μια έρευνα για να γράψει ένα ιστορικό βιβλίο ή μυθιστόρημα για τη Μαρία Μαγδαληνή, ως απάντηση στις οριενταλιστικές αναγνώσεις της ιστορίας της. Τις σκέψεις του για το βιβλίο που πρόκειται να γράψει, αλλά όχι μόνον αυτές, τις ηχογραφεί διαρκώς, δημιουργώντας έτσι μια αφήγηση παράλληλη με την κεντρική τριτοπρόσωπη αφήγηση. Όταν ο Νουρ βρίσκει κατά λάθος μια ταυτότητα Ισραηλινού που προφανώς μπορεί, αν δεν γίνει αντιληπτό ότι δεν είναι δική του, να του ανοίξει πολλές πόρτες, αποφασίζει να την αξιοποιήσει. (Είναι χαρακτηριστικό ότι, προτού συμβεί, αυτό, στις ηχογραφήσεις του, καθώς ο Νουρ σκέφτεται σενάρια για τον πιθανό ήρωα του βιβλίου του, αναφέρει: «Κάποιος Παλαιστίνιος, εν πάση περιπτώσει, από τα χαμένα κατά τη Νάκμπα εδάφη, επωφελούμενος από μια ισραηλινή μπλε ταυτότητα που θα τον διευκολύνει στη μετακίνησή του από τον έναν αρχαιολογικό χώρο στον άλλο».) Έτσι κι αλλιώς ο Νουρ έχει μάθει καλά εβραϊκά, «για να προστατεύσει τον εαυτό του απ’ όσους τη μιλούσαν». Τώρα, με αυτή την ταυτότητα στα χέρια του, μπορεί, έστω και ρισκάροντας πολλά, να κινηθεί πιο ελεύθερα («εγώ θέλω μόνο τα δικαιώματα που επινόησες ότι έχεις πάνω σε τούτη τη γη: το δικαίωμά σου να υπάρχεις, να είσαι ελεύθερος, να κινείσαι ελεύθερα»). Και με τη μάσκα της ισραηλινής ταυτότητας εντάσσεται σε μια διεθνή αρχαιολογική αποστολή, που διαμένει σε ένα κιμπούτς, το οποίο βρίσκεται κοντά στο κατεστραμμένο χωριό όπου διαδραματίζεται η ιστορία που ερευνά ο Νουρ και στο οποίο δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση αλλιώς, με την ταυτότητα του Παλαιστίνιου δηλαδή. Η παρουσία στην ομάδα μιας Παλαιστίνιας με ισραηλινή υπηκοότητα και οι συγκρούσεις της με μια άλλη Ισραηλινή της ομάδας («Πώς τολμάς να κατηγορείς το Ισραήλ ότι διαπράττει Ολοκαύτωμα εις βάρος σας!» «Δεν είναι εθνοκάθαρση αυτό που μας κάνετε; Αυτό δεν ήταν και το Ολοκαύτωμα;») κινητοποιούν μέσα στον Νουρ μηχανισμούς που θα τον οδηγήσουν στις τελικές επιλογές του.
Αυτή η γαλάζια ταυτότητα, αυτή η μάσκα με το πρόσωπο του εχθρού, αυτός ο διαρκώς ολισθηρός και αντιφατικός διχασμός που βιώνει ο Παλαιστίνιος Νουρ καθώς προσπαθεί να μπει στο πετσί του Ισραηλινού στον οποίο ανήκε η ταυτότητα, δεν μπορεί παρά να θέτει διαρκώς ερωτήματα σχετικά με το τι σημαίνει ταυτότητα, τι είναι τέλος πάντων η/μια ταυτότητα.
Ο Νουρ είναι ένας άνθρωπος που λαχταράει να ζήσει, να δουλέψει, να ανασάνει, καθώς το περιβάλλον γύρω του, η κατοχή, η βία, οι απαγορεύσεις που στραμπουλάνε κάθε του βήμα, αυτή η διαχρονική «αποικιοκρατική κανονικότητα», ακόμα και η σκληρή πραγματικότητα των Συμφωνιών του Όσλο που εν μία νυκτί μετέτρεψαν τους αγωνιστές της αντίστασης σε «τρομοκράτες», του κόβουν κάθε δυνατότητα, κάθε δρόμο, κάθε ανάσα. Αυτή τη διαλυμένη ζωή, τη δική του και των γύρω του, προσπαθεί να διαχειριστεί ο Νουρ, και να βρει μια ρωγμή στον φόβο, στο βαθύ προσωπικό και συλλογικό τραύμα, στην καταδίκη σε ακινησία. Όμως, όπου και να στραφεί, βρίσκεται αντιμέτωπος με την τρομερή πραγματικότητα: «Η Νάκμπα δεν έχει τελειώσει ακόμα».
Είναι ενδιαφέρον πως και σε αυτό το βιβλίο αποτυπώνεται η προσπάθεια του κράτους του Ισραήλ να ξαναγράψει την ιστορία, η επιμονή να διαγραφεί οτιδήποτε παλαιστινιακό, οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει τους Παλαιστίνιους (ας θυμηθούμε εδώ και την εξαιρετική Ασήμαντη λεπτομέρεια, της Adania Shibli, μτφ. Ελένη Καπετανάκη, εκδ. Πλήθος). Είναι χαρακτηριστική η στιγμή όπου ο υπεύθυνος ασφαλείας του κιμπούτς «ξεναγεί» τους ξένους αρχαιολόγους στην περιοχή και συναντούν ένα ερειπωμένο παλαιστινιακό χωριό: «Και αυτές οι πέτρες κύριε Νατάν, μοιάζουν με ερείπια σπιτιών, σωστά;» «Αυτά είναι αρχαία ερείπια, αγαπητή μου… Ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στη Γη της Παλαιάς Διαθήκης». «Μάλλον εσύ ξεχνάς ότι είμαι αρχαιολόγος και μπορώ να διακρίνω αν αυτές οι πέτρες είναι βιβλικά ερείπια ή απομεινάρια ενός κατεστραμμένου αραβικού χωριού».
Ο συγγραφέας είναι άλλος ένας από τους χιλιάδες Παλαιστίνιους που έχουν ζήσει χρόνια όμηροι στις ισραηλινές φυλακές, αιχμάλωτοι της τρομοκρατικής πολιτικής του ισραηλινού απαρτχάιντ. Μάλιστα, ο Χαντάκτζι υπέστη κυρώσεις και τιμωρίες μετά τη φυγάδευση του κειμένου εκτός φυλακής και μετά την έκδοση και βράβευση του βιβλίου.
Καρίμ Κατάν «Το παλάτι των δύο λόφων», μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2025, σελ. 248, 17€
Ο Φαϊσάλ, ένας 30χρονος Παλαιστίνιος που ζει τα τελευταία είκοσι χρόνια στη Γαλλία, παίρνει ξαφνικά μια ειδοποίηση που τον ενημερώνει για τον θάνατο της θείας Ρίτας, για την οποία δεν θυμάται τίποτα, ούτε καν την ύπαρξή της. Παρ’ όλα αυτά, αποφασίζει να επιστρέψει για μερικές μέρες στο μακρινό Τζαμπαλέιν, το χωριό του στην Παλαιστίνη («χωριό-φάντασμα» πια), για να παραστεί στην κηδεία αυτής της άγνωστης θείας, αφήνοντας πίσω του τον Ζωρζ, τον εραστή του, και την Ευρώπη. Ξαναβλέπει έτσι, μετά από τόσα χρόνια, το αρχοντικό (το «παλάτι») πάνω στον λόφο όπου έζησε την παιδική του ηλικία και τώρα πια ρημάζει εγκαταλειμμένο: «πας στο στοιχειωμένο σπίτι εκεί πάνω;», τον ρωτάει ο ταξιτζής.
Μέσα σε αυτό το σιωπηλό σπίτι όπου επιστρέφει ο Φαϊσάλ, οι μνήμες από μια άλλη εποχή γίνονται ίσκιοι που ζωντανεύουν για να πουν την ιστορία μιας ανέφικτης ίσως επιστροφής. Καθώς ο Φαϊσάλ εισδύει, ή μάλλον βυθίζεται, σε αυτόν τον μυστηριακό και θολό κόσμο, στο φόντο τόσο της πραγματικότητας όσο και της μνήμης ζωντανεύουν οι έποικοι και το μόνιμο άγχος των Παλαιστινίων στα χωριά για το πότε θα έρθουν οι πάνοπλοι έποικοι να τους διώξουν («οι έποικοι θα έρθουν ούτως ή άλλως και θα καταλάβουν το σπίτι»), η υποχρεωτική εργασία των Παλαιστινίων στους εβραϊκούς οικισμούς, οι σφαγές και η προσφυγιά («αυτός ο τόπος… τι είναι χωρίς εμάς; Τίποτα. Ένα νεκρό κομμάτι γης»), ο διαρκής πόλεμος («είναι η ειρήνη που θέλουμε, αλλά όχι αυτή η άδικη ειρήνη που μας επιβάλλουν. Όχι αυτή η ειρήνη στα γόνατα») και άλλα πολλά.
Ο Φαϊσάλ αιωρείται σε έναν κόσμο γεμάτο ερωτηματικά, σε έναν κόσμο γεμάτο αναμνήσεις και φασματικές φωνές, σε έναν κόσμο απ’ όπου, συνειδητοποιεί, δεν «μπορεί» να φύγει: «ήμουν αποφασισμένος να φύγω, αλλά δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τόσο γρήγορα από αυτό το μέρος». Έτσι, θα έρθει τελικά αντιμέτωπος με αυτόν που είναι και συνάμα δεν είναι πια ο τόπος του («Έχω το δικαίωμα να είμαι εδώ»!) και θα ψάξει τη «δική του» «μικρή εξέγερση», με ό,τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτή.
Το βιβλίο του Καρίμ Κατάν, που κινείται σε ένα κουίρ πλαίσιο, είναι ένα μυθιστόρημα χωρίς ευκολίες και αυτονόητα, που ισορροπεί διαρκώς στην κόψη μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, μεταξύ ρεαλισμού και ονείρου, στην γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην προσωπική ιστορία και στην ιστορία ενός τόπου. Χωρίς «άγχος» να κλείσει τα ερωτήματα και να δώσει απαντήσεις, το βιβλίο σκαλίζει τη μνήμη και τη λήθη, την πληγή της εξορίας και της απώλειας, το βάρος της αποξένωσης και της μοναξιάς. Τα συναισθήματα που εναλλάσσονται, πολλά, αντιφατικά, κάποιες στιγμές οδυνηρά, από την αίσθηση αδυναμίας ή την άρνηση μέχρι τον απελπισμένο θυμό, τον θυμό της απόγνωσης.
Ο Καρίμ Κατάν γεννήθηκε το 1989 στην Ιερουσαλήμ, μεγάλωσε στη Βηθλεέμ, ζει στη Γαλλία, όπου παρεμβαίνει συχνά πυκνά για τα σημερινά τεκταινόμενα στην Παλαιστίνη, ενώ τα βιβλία του τα γράφει στα γαλλικά και στα αγγλικά.
Κλείνοντας το κείμενο εκεί απ’ όπου άρχισε, ο Καρίμ Κατάν αναφέρεται συχνά στο έργο του Γασάν Καναφάνι – μιλώντας, για παράδειγμα, σε μια συνέντευξή του για τους Ανθρώπους στον ήλιο, του Καναφάνι, ο Κατάν λέει πως η ιστορία του βιβλίου αυτού δεν απέχει πολύ από αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Μεσόγειο, που έχει μετατραπεί σε μαζικό τάφο για τους πρόσφυγες.
---------------------------------------------------------
Φωνές από την Παλαιστίνη:
Iμπτισάμ Άζεμ «Το βιβλίο της εξαφάνισης" (μετ Π. Κουμούτση, Gutenberg)
Kαρίμ Κατάν "To παλάτι των δύο λόφων" (μετ. Χ. Γιαννακόπουλος, Εστία)
Ρασίντ Μπενζίν "Ο βιβλιοπώλης της Γάζας" (μετ Ρ. Κολαΐτη, Ψυχογιός)
Εντουάρντ Σαΐντ "Οριενταλισμός" (μετ. Φ.Τερζάκης, εκδ. Σάλτο)
-από το πρόσφατο Βιβλιοβούλιο
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου