Χίλιες ξυλιές σε ξένο κώλο - Της Έλενας Ακρίτα
Στην κτηνωδία, στη φρικαλεότητα, στον πόνο, στην πείνα, στην αναλγησία, στην απόγνωση, στην απελπισία - πετάμε ανέμελα, έτσι σαν ριχτάρι σε καναπέ τριθέσιο. Είμαστε ψιλογαϊδούρια ή ιδέα μου; Έχουμε καταλάβει ότι δεν πέθανε μόνο η κατσίκα του γείτονα; Πέθανε κι ο γείτονας! Κι εμείς εκεί. Με το μάτι απαθές. Ακατοίκητο: «Ενοικιάζεται βλέμμα διαμπερές, ευάερο κι ευήλιο». Με άλλοθι που φέρουν περήφανα το λάβαρο μιας εγκληματικής ηλιθιότητας. Στην κτηνωδία, στη φρικαλεότητα, στον πόνο, στην πείνα, στην αναλγησία, στην απόγνωση, στην απελπισία - πετάμε ανέμελα, έτσι σαν ριχτάρι σε καναπέ τριθέσιο, δυο-τρεις προκάτ φράσεις και καθαρίζουμε: «Ο καημένος, μωρέ». «Αχ, το πουλάκι μου!». «Πω, πω, το τέρας!». «Τι κτήνη υπάρχουν στον κόσμο!». Και το κορυφαίο: «Κλείσε την τηλεόραση, ψυχοπλακώθηκα». Αυτοί είμαστε. Και λέω «είμαστε» γιατί δεν βγάζω την ουρά μου απέξω. Κι εμείς που μιλάμε για την κατσίκα του γείτονα δεν είδα να προτάξαμε τα στήθη μας για να τη σώσουμε. Απλά κάπο...